Μιχάλης Λ. Λορεντζιάδης

MD, PhD, FISS

Επ.Καθηγητής, Γενικός Χειρουργός

Χειρουργική παχέος εντέρου

Το παχύ έντερο είναι το προτελευταίο τμήμα του πεπτικού συστήματος του ανθρώπου ενώ το τελευταίο είναι το ορθόν ή κόλον. Η λειτουργία του παχέος εντέρου είναι να απορροφά νερό από τα υπολείμματα της τροφής και κατόπιν να μετατρέπει τα άχρηστα πλέον υπολείμματα σε κόπρανα για την αποβολή τους από το σώμα.

Οι παθήσεις του παχέος εντέρου μπορούν να διακριθούν σε δύο κύριες κατηγορίες: κακοήθεις και καλοήθεις. Η διάγνωση ασθένειας στο παχύ έντερο μπορεί να είναι μιά τραυματική εμπειρία για τον ασθενή, αλλά οι τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις, τόσο στην ιατρική όσο και στη χειρουργική, έχουν δημιουργήσει τις προυποθέσεις για καλύτερη αντιμετώπιση αυτών των ασθενειών με σημαντικά καλύτερο αποτέλεσμα για τον ασθενή.

Σε περίπτωση εμφάνισης κάποιων απο τα παρακάτω συμπτώματα, θα πρέπει να συμβουλευθείτε το γιατρό σας για την καλύτερη και έγκαιρη αντιμετώπιση ενδεχόμενου προβλήματος:

  • Απότομη και χωρίς εμφανή λόγο, απώλεια βάρους
  • Αιμορραγία
  • Εμφάνιση αίματος κατά την κένωση
  • Πόνο στο κάτω μέρος της κοιλιάς
  • Εντονο αίσθημα κούρασης

Είναι σημαντικό να επισημανθεί για μιά ακόμη φορά, ότι η πρόληψη όπως και η έγκαιρη διάγνωση είναι σημαντικός παράγων στην εξέλιξη ενδεχόμενου ιατρικού προβλήματος.

Κακοήθεις παθήσεις του παχέος εντέρου – Καρκίνος Παχέος Εντέρου Ορθού

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι το τρίτο πιο συχνό κακόηθες νεόπλασμα του σύγχρονου ανθρώπου. Είναι η δεύτερη πιο συχνή αιτία θανάτου από καρκίνο μετά τον καρκίνο του πνεύμονα. Στους άντρες εμφανίζεται με ελαφρώς αυξημένη συχνότητα σε σχέση μ’ αυτή των γυναικών και η συχνότητά του είναι υψηλότερη σε αναπτυγμένες χώρες. Με τις σύγχρονες εξελίξεις στην ιατρική και τη χειρουργική, η συχνότητα της νόσου και η θνησιμότητα από τον καρκίνο του παχέος εντέρου έχουν πτωτική τάση.

Πώς αναπτύσσεται ο καρκίνος στο παχύ έντερο;
Συνήθως, ο καρκίνος στο παχύ έντερο αναπτύσσεται από έναν πολύποδα. Ο πολύποδας είναι παθολογική ανάπτυξη κυττάρων του βλεννογόνου που καλύπτει το παχύ έντερο, δημιουργώντας έτσι μάζες που προβάλλουν μέσα στον αυλό του εντέρου, μεγέθους από λίγα χιλιοστά έως και μεγαλύτερο από πέντε εκατοστά.

Αρχικά, ο πολύποδας είναι εντελώς καλοήθης εξεργασία, η οποία όμως με την πάροδο του χρόνου και καθώς μεγαλώνει σε μέγεθος λόγω γενετικών και διατροφικών παραγόντων, αυξάνεται ο κίνδυνος της μετατροπής του από καλοήθη πολύποδα σε δυσπλαστικό πολύποδα και στη συνέχεια σε καρκίνο. Έτσι η έγκαιρη διάγνωση και αφαίρεση τέτοιων πολυπόδων μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη ανάπτυξης καρκίνου στο παχύ έντερο.

 

Ποιος κινδυνεύει από καρκίνο στο παχύ έντερο;
Οι προδιαθεσικοί παράγοντες που έχουν ενοχοποιηθεί για την ανάπτυξη καρκίνου στο παχύ έντερο περιλαμβάνουν:

  • Ηλικία: Η συχνότητα της νόσου αυξάνεται με την πάροδο της ηλικίας. Το 90% των ασθενών έχουν ηλικία άνω των 50 ετών.
  • Φύλο: Παρότι συνολικά ο καρκίνος του παχέος εντέρου εμφανίζεται με ελαφρώς μεγαλύτερη συχνότητα σε σχέση με τις γυναίκες, οι άντρες εμφανίζουν πιο συχνά καρκίνο του πρωκτού σε σχέση με τις γυναίκες που εμφανίζουν συχνότερα καρκίνου του υπολοίπου παχέος εντέρου, δηλαδή του κόλου.
  • Άτομα με ιστορικό αφαίρεσης πολύποδα ή καρκίνου στο παχύ έντερο έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν δευτεροπαθές καρκίνωμα στο παχύ έντερο.
  • Παχυσαρκία.
  • Προκαρκινικές καταστάσεις όπως αδενοματώδης πολύποδας, ελκώδης κολίτις, νόσος του Crohn.
  • Γενετικοί παράγοντες όπως οικογενής αδενοματώδης πολυποδίαση (σπάνιο γενετικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση πολλαπλών αδενωμάτων στο παχύ έντερο), κληρονομικός μη-πολυποδιακός καρκίνος του παχέος εντέρου (ύποπτος για τη νόσο είναι καθένας που έχει τουλάχιστον τρεις εξ’ αίματος συγγενείς με καρκίνο παχέος εντέρου ένας εκ των οποίων διαγνώστηκε σε ηλικία μικρότερη των 40 ετών).
  • Διατροφή. Δίαιτες πλούσιες σε κόκκινα κρέατα, λιπαρά, η μειωμένη πρόσληψη ασβεστίου και η αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος σε συνδυασμό με την έλλειψη φυσικής άσκησης αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στο παχύ έντερο. Αντίθετα δίαιτες πλούσιες σε φυτικές ίνες μειώνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου.
  • Κάπνισμα. Το κάπνισμα έχει ενοχοποιηθεί για την αύξηση της συχνότητας του καρκίνου στο παχύ έντερο και συγκεκριμένα οι μακροχρόνιοι καπνιστές έχουν 2,5 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης της νόσου σε σχέση με τους μη καπνιστές.

Συμπτώματα που πρέπει να αξιολογηθούν:
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι ασυμπτωματικός στα αρχικά στάδια της νόσου. Παρόλ’ αυτά, έστω και χωρίς άλλα συμπτώματα, οι ασθενείς αυτοί έχουν μικροσκοπική απώλεια αίματος.

Αν κάποιος ασθενής παρουσιάσει κάποιο από τα πιο κάτω συμπτώματα που είναι ενδεικτικά νεοπλάσματος στο παχύ έντερο, θα πρέπει να αναζητήσει ιατρική βοήθεια, ώστε να αξιολογηθούν σωστά και να αντιμετωπιστεί κατάλληλα.

  1. Αλλαγή στις συνήθειες του εντέρου (δυσκοιλιότητα, διάρροια ή και τα δύο)
  2. Κόπρανα που είναι πιο λεπτά από συνήθως.
  3. Αίμα στα κόπρανα ή απώλεια αίματος από το ορθό.
  4. Πόνο στην κοιλιά ή στο ορθό. Αίσθημα ότι το έντερο δεν αδειάζει τελείως.
  5. Απώλεια βάρους χωρίς συγκεκριμένη αιτία.
  6. Συμπτώματα αναιμίας όπως εύκολη κόπωση, δύσπνοια.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά τα συμπτώματα μπορούν να προκληθούν και από άλλες παθήσεις. Ο πλεόν κατάλληλος να αξιολογήσει τα συμπτώματα αυτά είναι ο γιατρός σας.

Πως γίνεται η διάγνωση;
Για τη διάγνωση, εκτός από το ιστορικό, σημαντικό ρόλο παίζει η φυσική εξέταση από το γιατρό που περιλαμβάνει και τη δακτυλική εξέταση του ορθού (ο γιατρός ψηλαφεί με το δάκτυλό του φορώντας γάντια τον αυλό του ορθού). Για τη διάγνωση βοηθά και η εξέταση κοπράνων για ανεύρεση μικροσκοπικής ποσότητας αίματος ή αιμοσφαιρίνης (Fecal Occult Blood Test – F.O.B.T.). Απαραίτητη είναι η ενδοσκόπηση (σιγμοειδοσκόπηση ή κολονοσκόπηση) του παχέος εντέρου όπου χρησιμοποιώντας ένα εύκαμπτο σωληνωτό όργανο που λέγεται ενδοσκόπιο ο γιατρός βλέπει τον αυλό του εντέρου. Έτσι μπορεί να καταγράψει βλάβες και να πάρει βιοψίες από παθολογικές εστίες ή ακόμα και να αφαιρέσει μικρούς μισχωτούς πολύποδες. Τέλος, ο ακτινολογικός έλεγχος του παχέος εντέρου με βαριούχο υποκλυσμό μπορεί να δείξει τοιχωματικές βλάβες του παχέος εντέρου, πρέπει όμως να συμπληρωθεί με αξονική τομογραφία ή μαγνητική τομογραφία, για να εκτιμηθεί η έκταση της νόσου. Ειδικότερα για τον καρκίνο του ορθού, η ενδοσκοπική υπερηχοτομογραφία σήμερα αποτελεί μια σημαντική προεγχειρητική μέθοδο αποκλειστικά για τον καρκίνο του ορθού. Σήμερα σε περιπτώσεις που λόγω του μεγέθους του όγκου το κολονοσκόπιο δε μπορεί να προωθηθεί και να ελεγχθούν κεντρικότερα τμήματα του παχέος εντέρου έχουμε στη διάθεσή μας την αξονική κολονογραφία όπου μπορεί ο γιατρός να πάρει πληροφορίες για τα κεντρικότερα της απόφραξής τμήματα. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το PET Scan στην προεγχειρητική διάγνωση της νόσου, αλλά σίγουρα αποτελεί ένα καλό όπλο για τη μετεγχειρητική ανίχνευση τοπικής υποτροπής. Οι καρκινικοί δείκτες CEA και Ca 19-9 μπορούν να βρεθούν αυξημένοι, χωρίς όμως να σημαίνει ότι οι φυσιολογικές τιμές του αποκλείουν την ύπαρξη νόσου. Μεγαλύτερη σημασία έχει  αν οι προεγχειρητικά αυξημένες τιμές των δεικτών μηδενιστούν μετεγχειρητικά και βρεθούν αυξημένοι στην απώτερη μετεγχειρητική περίοδο, γιατί αυτό αποτελεί ένδειξη υποτροπής της νόσου.

Στάδια του καρκίνου του παχέος εντέρου:
Η σταδιοποίηση του καρκίνου του παχέος εντέρου είναι η προσπάθεια αξιολόγησης της έκτασης της νόσου δηλαδή εάν η νόσος είναι εντοπισμένη στο παχύ έντερο ή έχει επεκταθεί στους λεμφαδένες ή σε απομακρυσμένες θέσεις. Η σταδιοποίηση της νόσου έχει μεγάλη σημασία για τον καθορισμό της θεραπευτικής στρατηγικής.

Υπάρχουν πέντε στάδια:

Στάδιο 0 Η νόσος είναι πολύ πρώιμη και εντοπίζεται στον  βλεννογόνο του παχέος εντέρου δηλαδή στην πιο εσωτερική στιβάδα του τοιχώματός του.
Στάδιο Ι Η νόσος εντοπίζεται στο τοίχωμα του παχέος εντέρου.
Στάδιο ΙΙ Η νόσος έχει επεκταθεί έξω από το τοίχωμα του παχέος εντέρου στους γύρω ιστούς χωρίς όμως να προσβάλει τα λεμφογάγγλια.
Στάδιο ΙΙΙ Η νόσος έχει επεκταθεί στους λεμφαδένες γύρω από τοπαχύ έντερο.
Στάδιο ΙV Η νόσος έχει επεκταθεί σε άλλα μέρη του σώματος. Ο καρκίνος του παχέος εντέρου μεθίσταται συνήθως στο ήπαρ και/ή στους πνεύμονες και/ή στα οστά.

Θεραπευτική αντιμετώπιση:
Οι θεραπευτικές δυνατότητες είναι τρεις, ανάλογα με την έκταση της νόσου: χειρουργική αντιμετώπιση , χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία.

Η χειρουργική αντιμετώπιση είναι η μόνη θεραπευτική μέθοδος που μπορεί να θεραπεύσει τη νόσο. Η αφαίρεση τμήματος του παχέος εντέρου λέγεται κολεκτομή και στην περίπτωση του καρκίνου συμπεριλαμβάνει και το αντίστοιχο τμήμα του μεσεντερίου μαζί με τους αντίστοιχους λεμφαδένες. Συνήθως, τα δύο εναπομείναντα τμήματα του παχέος εντέρου ενώνονται (αναστόμωση). Όταν ο όγκος εντοπίζεται χαμηλά στο ορθό 2-3 εκατ. από τον πρωκτό και πρόκειται για καρκίνο, τότε η εκτομή συμπεριλαμβάνει και τον πρωκτό (κοιλιοπερινεϊκή εκτομή) με μόνιμη αριστερά κολοστομία. Όταν πρόκειται για καλοήθη όγκο ή για καρκίνο σε αρρώστους που δε μπορούν να υποβληθούν σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση, τότε ο όγκος μπορεί να αφαιρεθεί με κατάλληλο εξοπλισμό μέσα από το έντερο (διορθικά) ή διαμέσου του κόκκυγα (διακοκκυγική προσπέλαση).

Η σύγχρονη χειρουργική τεχνική η οποία ακολοθείτα είναι η λαπαροσκοπική κολεκτομή. Υπάρχει όμως ένα πλήθος παραγόντων οι οποίοι πρέπει να αξιολογηθούν και οι οποίοι να μην επιτρέπουν την λαπαροσκοπική κολεκτομή, όπως παχυσαρκία, ιστορικό προηγούμενης επέμβασης στην κοιλιά, που έχει δημιουργήσει πολλές συμφύσεις κ.α. Σε αυτές τις περιπτώσεις η χειρουργική μέθοδος που ακολουθείται είναι η «ανοικτή»  κολλεκτομή.

Η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιείται, συνήθως, σε καρκίνο στο ορθό θεωρείται τοπική θεραπεία και χρησιμοποιεί ακτινοβολία υψηλής ενέργειας για να σκοτώσει τα καρκινικά κύτταρα στους εναπομείναντες ιστούς γύρω από τον αφαιρεθέντα όγκο. Συνήθως, η ακτινοθεραπεία αρχίζει 4-6 εβδομάδες μετά την επέμβαση και διαρκεί για 4-6 εβδομάδες.

Η χημειοθεραπεία θεωρείται συστηματική θεραπεία. Συνήθως, εφαρμόζεται μετεγχειρητικά και χορηγούνται ενδοφλεβίως φάρμακα για να σκοτώσουν τα καρκινικά κύτταρα που κυκλοφορούν στον οργανισμό. Μπορεί, όμως, να χρησιμοποιηθεί και προεγχειρητικά σε συνδυασμό με ακτινοβολία για να μειωθεί το μέγεθος ενός μη εξαιρέσιμου όγκου (που δεν μπορεί να αφαιρεθεί χειρουργικά) και έτσι να γίνει εξαιρέσιμος. Το φαρμακευτικό σχήμα, δόσεις φαρμάκων, διάρκεια κ.λ.π. θα το καθορίσει ο ειδικός ογκολόγος.

Μετά την θεραπευτική αγωγή είναι σημαντικός ο συστηματικός επανέλεγχος από τον γιατρό για τυχόν υποτροπή της νόσου. Ο επανέλεγχος γίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα των έξι μηνών αρχικά και αργότερα ανά έτος ή διετία. Ο επανέλεγχος περιλαμβάνει την κλινική εξέταση, αιματολογικές εξετάσεις, κολονοσκόπηση και ακτινολογικό έλεγχο με αξονική τομογραφία.

Συμβουλές για την μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου στο παχύ έντερο:

  1. Μείωση της ποσότητας λίπους στην δίαιτα.
  2. Αύξηση της ποσότητας φυτικών ινών στην δίαιτα.
  3. Διατήρηση ικανοποιητικής ποσότητας ασβεστίου στην δίαιτα με την λήψη γαλακτοκομικών προϊόντων.
  4. Αύξηση του επιπέδου δραστηριότητας.
  5. Μείωση της κατανάλωσης του αλκοόλ.
  6. Σταμάτημα του καπνίσματος.
  7. Προληπτικός έλεγχος των ατόμων που ανήκουν στις ομάδες αυξημένου κινδύνου.

 

Καλοήθεις παθήσεις του παχέος εντέρου

Οι δύο πιό συχνές καλοήθεις παθήσεις του παχέος εντέρου είναι η Νόσος του Κρον (Crohn’s disease) και η ελκώδης κολίτις, οι οποίες προσβάλλουν περίπου 1 στους 400 ανθρώπους.

Πολλά απο τα συμπτώματα των ασθενειών αυτών, όπως κράμπες στην περιοχή της κοιλιάς και σπασμοί, μπορεί να συμβούν ανα πάσα στιγμή. Συνήθως η αρχική αντιμετώπιση των ασθενειών αυτών είναι με συντηρητική (φαρμακευτική ) αγωγή, αλλά με την πάροδο του χρόνου η χειρουργική αντιμετώπιση είναι αναγκαία.

Και οι δύο αυτές ασθένεις έχουν περιόδους ύφεσης και έξαρσης και συνήθως είναι κληρονομικές. Μπορεί να διαγνωσθούν σε κάθε ηλικία αλλά το πιό συνηθισμένο είναι στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης.

Και οι δύο αυτές φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου μπορεί να έχουν τεράστιες διαφορές σε σχέση με τη σοβαρότητα της πάθησης και επίσης έχουν μιά μεγάλη σειρά συμπτωμάτων. Αυτά περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, έντονη διάρροια, πόνους στο κάτω μέρος της κοιλιάς, απώλεια βάρους και αίμα κατά τη διάρκεια της κένωσης.

Αυτά τα συμπτώματα δεν σημαίνει ότι υπάρχει απαραίτητα φλεγμονώδης νόσος του εντέρου καθώς είναι κοινά και σε άλλες νόσους. Ο γιατρός σας είναι αυτός που θα κάνει τη διάγνωση.

 

Νόσος του Κρον (Crohn’s disease)

Η νόσος του Κρον είναι μιά χρόνια πάθηση, της οποίας ακόμη και σήμερα είναι άγνωστη η αιτία. Χωρίς να έχει αποδειχθεί, η πιό πιθανή αιτία είναι συνδυασμός περιβαλλοντικών παραγόντων με γενετική προδιάθεση. Το κάπνισμα επίσης φαίνεται να είναι άλλος ένας επιβαρυντικός παράγων.
Μπορεί να προσβάλλει κάθε τμήμα του πεπτικού συστήματος, συνήθως όμως το λετπό και το παχύ έντερο είναι τα πιό συνηθισμένα τμήματα. Δεν είναι μεταδοτική και δεν είναι μιά μορφή καρκίνου, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε πρόβλημα με την πάροδο των ετών. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί θεραπεία, αλλά η φαρμακευτική αγωγή και κάποιες φορές η χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να ανακουφίσουν τα συμπτώματα.

Διάγνωση
Η διάγνωση της νόσου γίνεται κατόπιν σχολαστικής εξέτασης από τον γιατρό και μιά σειρά εξετάσεων όπως σιγμοειδοσκόπηση ή κολονοσκόπηση.  Η διάγνωση της νόσου του Κρον αποτελεί πρόκληση καθώς είναι αρκετά δύσκολος ο διαχωρισμός της νόσου του Κρον από την ελκώδη κολίτιδα. Επιπλεόν εξετάσεις μπορεί να χρειάζονται για τη διάγνωση όπως ακτινοσκόπηση (barium meal X-ray) και βιοψία τμήματος του εντέρου.

Επιπτώσεις και αντιμετώπιση της νόσου
Η πιό συνήθης επιπλοκή της νόσου είναι η φράξη του εντέρου. Αυτό συμβαίνει γιατί η ασθένεια δημιουργεί πύκνωση του εντερικού τοιχώματος λόγω οιδήματος,  με αποτέλεσμα να μικραίνει η δίοδος. Επίσης μπορεί να δημιουργήσει έλκη τα οποία έχουν την τάση να κάνουν συρίγγια στους παρακείμενους ιστούς όπως στην ουροδόχο κύστη, στη μήτρα ή ακόμη και το δέρμα. Σε αυτές τις περιπτώσεις η χειρουργική αντιμετώπιση είναι η συνηθέστερη λύση.

Ελκώδης κολίτις

Οπως και με τη νόσο του Κρον , η αιτία της ελκώδους κολίτιδας παραμένει άγνωστη. Μπορεί να διαγνωσθεί σε κάθε ηλικία, αλλά συνήθως αυτό γίνεται τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης.

Στην ελκώδη κολίτιδα τα εσωτερικά τοιχώματα του εντέρου φλεγμένονται και δημιουργούνται έλκη, τα οποία προκαλούν αιμορραγία και διάρροια.

Η ελκώδης κολίτις προσβάλλει μόνο το παχύ έντερο, το ορθό και τον πρωκτό.

Διάγνωση
Η διάγνωση της νόσου γίνεται κατόπιν σχολαστικής εξέτασης από τον γιατρό και μιά σειρά εξετάσεων όπως αιματολογικές εξετάσεις, σιγμοειδοσκόπηση ή κολονοσκόπηση.  Επιπλεόν εξετάσεις μπορεί να χρειάζονται για τη διάγνωση όπως ακτινοσκόπηση (barium meal X-ray) και βιοψία τμήματος του εντέρου.

Αντιμετώπιση της νόσου
Η φαρμακευτική αγωγή καθώς και η χειρουργική αντιμετώπιση είναι οι δύο μέθοδοι αντιμετώπισης της ελκώδους κολίτιδας.

Καθώς δεν υπάρχει φάρμακο για την ίαση απο την ελκώδη κολίτιδα, οι στόχοι αντιμετώπισής της φαρμακευτικά είναι: a) η ύφεση της νόσου β) η διατήρησης της νόσου σε ύφεση γ) βελτίωση της ποιότητας ζωής και δ) η ελαχιστοποίηση της εμφάνισης καρκίνου.

Η χειρουργική αντιμετώπιση της νόσου συνήθως περιλαμβάνει την αφαίρεση του ορθού και του πρωκτού. Η αφαίρεσή τους είναι ο μόνος μόνιμος τρόπος ίασης απο την ασθένεια. Με τη χειρουργική αντιμετώπιση επίσης μηδενίζεται ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του ορθού. Η χειρουργική αντιμετώπιση της ελκώδους κολίτιδας δεν αφορά σε όλους τους ασθενείς, αλλά:

  • Ασθενείς με fulminant colitis και toxic megacolon οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στη φαρμακευτική αγωγή.
  • Ασθενείς με κολίτιδα στην αριστερή πλευρά, οι οποίοι διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ορθού
  • Ασθενείς με χρόνια έντονη κολίτιδα οι οποίοι έχουν μικρή ανταπόκριση στην φαρμακευτική αγωγή.

 

Αλλες παθήσεις του εντέρου

Αλλες παθήσεις που μπορεί να προσβάλλουν τα έντερα είναι:

  • Αγγειοδυσπλασίες
  • Αποφρακτικός ή μηχανικός ειλεός
  • Εκκολπωμάτωση – εκκολπωματίτιδα
  • Πρόπτωση του ορθού
  • Στένωση ή απόφραξη μεσεντέριων αρτηριών ή φλεβών
  • Σύνδρομο Gardner
  • Σύνδρομο Peutz – Jeghers
  • Συστροφή του εντέρου
  • Φλεγμονή σκωλεικοειδούς απόφυσης (σκωληκοειδίτις)